Μετάβαση στο περιεχόμενο της σελίδας

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ ΤΜΗΜΑΤΑ ΜΜΕ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ ΤΜΗΜΑΤΑ ΜΜΕ:

ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ & ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ

ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ: ΠΑΣΧΟΣ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ (Π. ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ): Να ξεκινήσουμε γρήγορα γιατί καθυστέρηση η προηγούμενη συνεδρίαση, η οποία είχε πολύ ενδιαφέρον και πολλές ερωτήσεις και κάποια πράγματα ξεκαθαρίζονται. Λέγομαι Πάσχος Μανδραβέλης, είμαι αρθρογράφος της εφημερίδας «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» και θα συντονίσω μια συζήτηση που αφορά τα πανεπιστημιακά τμήματα Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης: προσέγγιση και διαχείριση θεμάτων αναπηρίας. Τα πανεπιστημιακά τμήματα που ετοιμάζουν τους συναδέλφους, οι οποίοι έρχονται να μας αντικαταστήσουν και ελπίζω ότι θα κάνουν πολύ καλύτερη δουλειά από μας.

Να ξεκινήσει τη συζήτηση ο κ. Δημήτρης Ποταμιάνος, Καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών.

 
Δ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ: Ευχαριστώ κ. Μανδραβέλη. Αρκετοί από εσάς θα κάνουν καλύτερη δουλειά ενδεχομένως παίρνοντας τη θέση μας, ειδικά όμως από εσάς, εσείς βάζετε πολύ ψηλά τον πήχη και ελπίζω να μπορέσουμε να σας φτάσουμε.

Είμαι στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, θα κάνω μια  - ας το πούμε σύντομη σας υπόσχομαι -  γενική θεωρητική τοποθέτηση και χαίρομαι πάρα πολύ που υπάρχει και ομάδα δική μας από το Πάντειο Πανεπιστήμιο σε αυτό το πάνελ υπό την επίβλεψη της συναδέλφου Μπέττυς Τσακαρέστου, που θα δώσει και μια πρώτη ερευνητική προσέγγιση, νομίζω προς το τέλος της σημερινής μας συνάντησης.

Την Τρίτη που μας πέρασε ήμουν στην Αίγινα, στον κήπο του σπιτιού μου, όπου μένω, όταν δεν χρειάζεται να είμαι στην Αθήνα. Με επισκέφτηκαν εκείνο το απόγευμα ένα φιλικό ζευγάρι, ντόπιοι Αιγινήτες, γείτονες, μαζί με το παιδί τους τον Περικλή, που το φθινόπωρο ετοιμάζεται για την πρώτη Γυμνασίου.

Η κουβέντα έφτασε κάποια στιγμή στο ότι ο Περικλής τους τελευταίους μήνες έχει αναπτύξει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αστρονομία, καθώς απέκτησε ως δώρο γενεθλίων από κάποιο συγγενή ένα μικρό τηλεσκόπιο. Με ρώτησε η μητέρα του παιδιού ως τον καθηγητή της γειτονιάς, αν έχω κάποιο βιβλίο να συστήσω. Χωρίς να το πολυσκεφτώ πρότεινα την «Αυτοβιογραφία του φωτός» του Γιώργου Γραμματικάκη και το «Χρονικό του χρόνου» του Στήβεν Χόκινγκ.

Κάθε φορά που μιλάω ή ακούω για τον μεγάλο αυτόν φυσικό, δεν μπορώ παρά να αναλογιστώ τι μεγάλη απώλεια θα ήταν για την ανθρωπότητα αν δεν είχε εφευρεθεί το σύστημα του ειδικά διαμορφωμένου ηλεκτρονικού υπολογιστή, που του επιτρέπει ακριβώς να επικοινωνεί μαζί μας και να μοιράζεται τις συναρπαστικές του θεωρίες. Και βεβαίως δεν μπορώ παρά να σκεφτώ την ευθύνη όλων μας και ιδιαίτερα όσων ασχολούμαστε επιστημονικά με την επικοινωνία να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις ώστε να εφευρίσκονται ολοένα και καλύτερες και ενδεχομένως ευρύτερης χρήσεως εφαρμογές.

Μιλώντας για τον Χόκινγκ στον Περικλή δέχτηκα και την ερώτησή του κάποια στιγμή, που κάθε φορά την ακούω στις διάφορες παραλλαγές της και με συγκινεί το ίδιο. Κύριε Ποταμιάνο ήταν η ερώτηση, πώς μπορώ να γίνω και εγώ τόσο μεγάλος επιστήμονας; Είχα πρόχειρες τις θεωρίες του Πόπερ και του Κουν για το πώς προοδεύει η επιστήμη καθώς τις είχαμε πρόσφατα συζητήσει στο Πάντειο, στο μάθημα που κάνω στους φοιτητές μου.

Είπα με απλά λόγια στον Περικλή χωρίς να προσθέσω και να τον παιδέψω και με άλλα ονόματα, τη θεωρία του Πόπερ ότι η  επιστήμη προοδεύει κυρίως χάρη σε ανθρώπους, που δεν αναπαράγουν απλώς το τι υπάρχει ως δεδομένο αλλά τολμούν να κάνουν πρωτότυπες ριψοκίνδυνες υποθέσεις και να τις δοκιμάζουν στην πράξη.

Του είπα επίσης πώς συμπλήρωσε αυτή την ιδέα του Πόπερ ο Κουν, ο οποίος υποστήριξε ότι μπορούμε να σκεφτούμε παραπέρα αλλά' αυτό εξαρτάται από ό, τι ήδη παραδεχόμαστε ως αληθές, από το «παράδειγμα» στο οποίο συμμετέχουμε και το οποίο συντίθεται τόσο από τις επιστημονικές θεωρίες όσο και από τις εμπειρίες ζωής.

Ο Περικλής με πρόλαβε τότε, είναι λογικό μου είπε ο Χόκινγκ να έχει τόσο πρωτότυπες ιδέες. Νομίζω ότι αυτό το συμπέρασμα του μικρού αγοριού στην Αίγινα ταιριάζει γάντι στην αποψινή μας συνάντηση. Στην επιστήμη, στα πανεπιστημιακά τμήματα, στα ερευνητικά κέντρα οφείλουμε να ενθαρρύνουμε τη διαφορετικότητα στις διάφορες εκφάνσεις της. Η αναπηρία σε ό,τι με αφορά ως δάσκαλο είναι μια τέτοια συνθήκη που επιτρέπει να μπορείς να δεις τα πράγματα διαφορετικά, να έχεις μια διαφορετική πρωτότυπη σκοπιά, να παραγάγεις πρωτότυπες ιδέες και θεωρίες που οδηγούν την επιστήμη και την κοινωνία μπροστά.

Ασφαλώς και δεν είναι μόνη μια τέτοια συνθήκη. Καθένας μας έχει στοιχεία που τον κάνουν να μοιάζει και στοιχεία που τον κάνουν να διαφέρει από τους υπολοίπους. Στην επιστήμη, όπως και στη ζωή, χρειαζόμαστε και τα δύο. Τόσο την ομοιότητα, την κοινή γλώσσα που μας καθιστά μέλη της ίδιας κοινότητας όσο και τη διαφορετικότητα που επιτρέπει στην κοινότητα ακριβώς να προχωρά μπροστά, να εξελίσσεται και να βρίσκει νέες συναρπαστικές λύσεις στα προβλήματα που της τίθενται κάθε φορά.

Το ερώτημα που τίθεται είναι σαφές. Με ποιο τρόπο θα εξασφαλίσουμε ότι ο πλούτος της διαφορετικότητας θα μπολιάζει τα πανεπιστημιακά μας τμήματα. Ότι τα παιδιά των μεταναστών ή των κατώτερων κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων θα φτάνουν ως το Πανεπιστήμιο. Με ποιο τρόπο θα εξασφαλίσουμε ότι οι μαθητές με αναπηρία θα έχουν ισότιμη πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και θα μπορούν ως φοιτητές να αποκομίσουν τα μέγιστα από την πανεπιστημιακή εμπειρία.  Και ευρύτερα με ποιο τρόπο μπορούμε να συμβάλλουμε, ώστε να απαλλαγεί επιτέλους η κοινωνία μας από στερεότυπα και προκαταλήψεις που εν τέλει στρέφονται εναντίον της.        

Πιστεύω ότι στην κατεύθυνση αυτή τα τμήματα κοινωνικών και πολιτικών επιστημών και κατ΄ εξοχήν τα τμήματα επικοινωνίας μπορούν να συμβάλλουν ουσιαστικά. Ιδού μερικές πρόχειρες ιδέες, προτάσεις πρακτικές που καταθέτω στη συζήτησή μας.

Δημιουργώντας ένα παρατηρητήριο για το πώς καλύπτονται από τα ΜΜΕ τα ζητήματα της αναπηρίας και ευρύτερα τα ζητήματα της διαφορετικότητας. Πιστεύω ότι στο πλαίσιο αυτού του ετήσιου θεσμού, οι άνθρωποι των Μέσων θα αποκτήσουν ένα επιστημονικό εργαλείο που θα τους επιτρέπει να ελέγχουν οι ίδιοι την πρόοδο που κάνουν σε αυτό το θέμα.

Διοργανώνοντας κατά το πρότυπο της ετήσιας έρευνας κοινής γνώμης του ΙΟΜ μια έρευνα ανάμεσα στους φοιτητές των Πανεπιστημίων μας σχετικά τόσο με την πρόσληψη των ζητημάτων της αναπηρίας στην κρίσιμη κοινωνική ομάδα των φοιτητών όσο και ως προς τα θέματα προσβασιμότητας στο Πανεπιστήμιο και την ευρύτερη κοινωνία.

Είναι η έρευνα που θα παρουσιαστεί ή τουλάχιστον η ερευνητική προσέγγιση που θα παρουσιαστεί στο τέλος ακριβώς σε αυτή τη γραμμή κινείται, συμβάλλοντας στην παραγωγή εκπαιδευτικού υλικού, φιλικού προς τους φοιτητές και σπουδαστές με αναπηρία.

Το τμήμα στο οποίο προΐσταμαι, το τμήμα επικοινωνίας του Παντείου Πανεπιστημίου ήδη διαθέτει την τεχνογνωσία και τα Μέσα για τη δημιουργία ομιλουσών ιστοσελίδων, για την μετατροπή των σημειώσεων των μαθημάτων και ενδεχομένως των εγχειριδίων σε ηχητική μορφή για τους φοιτητές με προβλήματα όρασης λόγου χάρη, βοηθώντας ώστε να παρουσιαστεί η ιδιαίτερη εμπειρία των φοιτητών με αναπηρία στην ευρύτερη κοινωνία μας.  

Με καμπάνιες ευαισθητοποίησης, με εκδηλώσεις και επιστημονικά συνέδρια ή ακόμη και με την παραγωγή ντοκιμαντέρ. Ο κατάλογος των δράσεων είναι προφανώς αν όχι ανεξάντλητος είναι πολύ μεγάλος. Μιλώντας με την πείρα μου ως πανεπιστημιακού δασκάλου θα ήθελα να προσθέσω και το εξής πάρα πολύ απλό.

Οι φοιτητές με αναπηρία όλα αυτά τα χρόνια, πέρα από τη μεγαλύτερή τους ικανότητα να εξετάζουν τα ζητήματα από διάφορες πλευρές, διαθέτουν ακόμα ένα σημαντικό χαρακτηριστικό. Είναι περισσότερο ώριμοι και περισσότερο αποφασισμένοι από τους συναδέλφους τους. Σε μεγάλο βαθμό ξέρουν τι θέλουν να πετύχουν στη ζωή τους. Έχουν ένα σχέδιο και το ακολουθούν με συνέπεια, όταν πολλοί συνάδελφοί τους φαίνονται σαν να πηγαίνουν, όπου τους πηγαίνει το κύμα.

Από αυτή τη βούληση των φοιτητών μου με αναπηρία πιστεύω ότι αξίζει να εμπνευστούμε και να παραδειγματιστούμε. Η βούληση είναι προαπαιτούμενο για να προχωρήσουμε μπροστά στην επιστήμη, στη ζωή, στην κοινωνία. Ας δείξουμε ότι αυτή τη βούληση πραγματικά τη διαθέτουμε

 

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ: Ευχαριστώ τον κ. Ποταμιάνο. Κρατάω μερικά πράγματα απ' όσα είπε, πέρα από τα καλά λόγια που είπε για μένα. Στην επιστήμη και στη ζωή χρειαζόμαστε την ομοιότητα και τη διαφορετικότητα. Ο πλούτος της διαφορετικότητας πρέπει να μπολιάσει τα Πανεπιστήμια. Νομίζω ότι οι παρατηρήσεις του για τις δράσεις, η πρόταση για τις δράσεις που ανέφερε νομίζω ότι είναι κάτι το οποίο επίσης πρέπει να κρατήσουμε.

Το παρατηρητήριο για τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης για τα ζητήματα αναπηρίας, κάτι που συμπέσαμε και ήταν δική μου πρόταση και το μεσημέρι και νομίζω ότι είναι δουλειά του χώρου, του οργανωμένου αναπηρικού χώρου να γίνει. Την έρευνα στους φοιτητές για το πώς προσεγγίζουν τα ζητήματα αναπηρίας και τη συμβολή στην παραγωγή του εκπαιδευτικού υλικού.

Γρήγορα - γρήγορα στην κα Άννα Παναγιωταρέα, η οποία είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια στο τμήμα Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο.

 

Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΡΕΑ: Σε ευχαριστώ Πάσχο. Νομίζω για σένα ότι και να πούμε είναι λίγο, επομένως αυτά που είπε ο κ. Ποταμιάνος εκπροσωπούν και εμένα. Φίλες και φίλοι αφιέρωσα την εβδομάδα που πέρασε στο να ερευνήσω για να γράψω ένα κείμενο που να με κάνει να αισθανθώ απέναντί σας ανάλογα με τις προσδοκίες που δημιουργεί κάποιος που μπαίνει τακτικά και κάθε εβδομάδα στο σπίτι σας, αλλά τα πράγματα γίνονται χειρότερα για μένα, καθώς αυξάνονται οι απαιτήσεις, καθώς βρίσκομαι ανάμεσά σας με την ιδιότητα του πανεπιστημιακού δασκάλου, της δημοσιογραφίας και των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.

 

Δηλαδή πρέπει να ερμηνεύσουμε τη σχέση Μ.Μ.Ε. με τον πολίτη που στην προκειμένη περίπτωση γίνεται η σχέση των Μ.Μ.Ε. με τα άτομα με αναπηρία, να αποκαλύψουμε και να αναλύσουμε τα μοντέλα της συμπεριφοράς των Μ.Μ.Ε. απέναντι στις ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες, που στην προκειμένη περίπτωση ενδιαφέρει το μοντέλο συμπεριφοράς των ΜΜΕ απέναντι στα άτομα με αναπηρία.

Τρίτον, να ερευνήσουμε και να συνεισφέρουμε στον προβληματισμό που δημιουργεί η λειτουργία τους σε σχέση με τη διαμόρφωση προτύπων στην κυρίαρχη κοινή γνώμη, που στην προκειμένη περίπτωση εμφανίζεται ως η διαμόρφωση των προτύπων στην κοινή γνώμη για τα άτομα με αναπηρία.

Προσπάθησα να βρω αναφορές στη διεθνή βιβλιογραφία που να αναφέρονται σε κείμενα προβληματισμού ή έρευνες που να αφορούν στην αναπηρία και στην παρουσίασή της από τα ΜΜΕ. Έπρεπε να έχω κάποιες πειστικές απαντήσεις σε μερικά σοβαρά, όπως τα θεωρώ ερωτήματα, σχετικά με το θέμα που συζητάμε.

Ερώτημα πρώτον. Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης προβάλλουν και με ποια συχνότητα ζητήματα που αφορούν στην αναπηρία; Το ερώτημά μου παρουσιάζει  δύο σκέλη. Πρώτον αν προβάλλουν, που δεν μπορώ να το πάρω ως δεδομένο ζητήματα που αφορούν την αναπηρία και δεύτερον με ποια συχνότητα τα προβάλλουν.

Χρειάστηκε να καταναλώσω αρκετό χρόνο για να ανακαλύψω ότι δεν υπήρχε καμιά ουσιαστική απάντηση ούτε στο αν προβάλλουν, ούτε με ποια συχνότητα. Ζήτησα και πήρα και διέτρεξα όλες τις παραμέτρους ποιοτικές και ποσοτικές τις μετρήσεις της AGB, της μόνης εταιρείας τηλεοπτικών μετρήσεων στη χώρα μας.

Διαπίστωσα ότι δεν υπάρχει κάποια ομάδα ερωτημάτων ή μετρήσεων που να αφορά στο θέμα μας. Μπορεί να μετράται η γενική απόδοση σε τηλεθεατές ενός σήριαλ, μπορεί να ξέρουμε πόσοι άνδρες και ποιας ηλικίας βλέπουν τα πρωινάδικα και τις παρουσιάστριες με τα βαθιά ντεκολτέ και το σταθερό σωματότυπο. Μπορεί να γνωρίζουν πόσες γυναίκες ενημερώνονται από τις μεσημεριάτικες κουτσομπολίστικες εκπομπές.

Δεν ξέρουμε όμως πόσοι άνθρωποι με αναπηρία επιλέγουν τις ειδήσεις ή όποιο άλλο τηλεοπτικό ή ραδιοφωνικό πρόγραμμα δεν καταγράφεται στις προτιμήσεις της η ομάδα των ατόμων με αναπηρία, όπως δεν υπάρχει και καμιά άλλη ομάδα με ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά.

Η κατάταξη του προφίλ των τηλεθεατών γίνεται με τα σταθμισμένα κριτήρια που αποβλέπουν στην έρευνα για τη δυνατότητα τοποθέτησης ενός προϊόντος στην αγορά και την κατανάλωσή του. Χωρίς αυτές τις μετρήσεις οι διαφημιστές δεν γνωρίζουν σε ποια τηλεοπτική ραδιοφωνική ζώνη ή σε ποιο έντυπο μπορούν να προωθήσουν ένα προϊόν. Με ένα λόγο οι μετρήσεις καθοδηγούν τους διαφημιστές στο ομαδοποιημένο καταναλωτικό κοινό που συνιστά έτοιμη αγορά.

Θα ήθελα στο σημείο αυτό να επισημάνω ότι σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΗΕ οι άνθρωποι με αναπηρία φτάνουν στο 10 έως 12% του πληθυσμού κάθε χώρας. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 25 κρατών μελών υπολογίζεται ότι υπάρχουν 60 εκατομμύρια άτομα με αναπηρία, τη στιγμή που στην Ελλάδα ο αριθμός αυτός αγγίζει το 1 εκατομμύριο. Από αυτούς οι 520 έως 550 χιλιάδες ανήκουν στο χώρο των κοινοτικών αναπήρων.

Επομένως, ακόμη και από την άποψη της τηλεθέασης για την οποία σφάζονται οι τηλεπαρουσιαστές των εμπορικών Μ.Μ.Ε. καρναβαλίζοντας πάσα κοινωνική είδηση, θα έπρεπε να ενδιαφέρει το ένα εκατομμύριο των ατόμων με αναπηρία.

Το  ένα εκατομμύριο ατόμων με αναπηρία είναι ένα τεράστιο διαφυγόν κέρδος από την εμπορική τηλεόραση, αφού η τηλεθέαση είναι οικονομικό μέγεθος. Δεν είναι περίεργο και εν πολλοίς ανεξήγητο ότι μέχρι σήμερα έχει αφεθεί το 8% του ελληνικού πληθυσμού που είναι άτομα με αναπηρία έξω από τις κάθε είδους μετρήσεις;

Γι αυτό και κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με ακρίβεια αν προβάλλονται εκπομπές ενημερωτικές ή ψυχαγωγικές ή λόγου γενικού περιεχομένου στις οποίες όμως να γίνεται αναφορά σε κάποιου είδους αναπηρία. Ούτε υπάρχει σαφής και ακριβής απάντηση για τη συχνότητα με την οποία απαντώνται αναφορές σε άτομα με αναπηρία. Αλλά μήπως έχουμε εκπομπές στην εμπορική τηλεόραση με περιεχόμενο, το οποίο να απευθύνεται ειδικά σε άτομα με αναπηρία;

Η δημόσια τηλεόραση είναι η εξαίρεση. Λειτουργεί το ψηφιακό κανάλι, το Prisma + όπου καθημερινά εκπέμπεται μια νοηματική εκπομπή για τα άτομα με αναπηρία. Όμως δεν θα βρείτε ακόμη και σε εξειδικευμένα τηλεοπτικά έντυπα εκτενείς αναφορές για το περιεχόμενο ή την κριτική για την ποιότητα του προγράμματος του Prisma +. Το ξεχνούν τα υπόλοιπα Μ.Μ.Ε. έντυπα και ηλεκτρονικά, που όμως συνηθίζουν να φιλοξενούν καθημερινά σελίδες ολόκληρες γενικής τηλεκριτικής και πολλές ώρες τηλεοπτικού προγράμματος.

Θα έχετε παρατηρήσει ίσως ότι η εμπορική τηλεόραση και ιδίως τις μεσημβρινές ώρες τρέφεται από τις σάρκες της τηλεόρασης και από το διασυρμό των ανθρώπων που την υπηρετούν.

Θα έλεγα ότι το τρίτο κανάλι της δημόσιας τηλεόρασης που υπηρετεί όλες τις κοινωνικές ομάδες που συγκροτούν τον ελληνικό πληθυσμό, φιλοξενεί στο τηλεοπτικό του πρόγραμμα τη μοναδική στο είδος της τηλεοπτική εκπομπή που απευθύνεται στο ένα εκατομμύριο των συμπολιτών μας με αναπηρία.

Στην ΕΤ-3 η εκπομπή «Έκτη αίσθηση» ρίχνει μια θετική ματιά έχοντας επιλέξει την αισιόδοξη προσέγγιση της ζωής. Η «Έκτη αίσθηση» αναδεικνύει τον αγώνα των συμπολιτών μας να βρουν τη θέση τους ανάμεσά μας έχοντας οποιοδήποτε είδος αναπηρίας.

Ο δημοσιογράφος Γιώργος Μπελίρης, θα ήθελα να το επισημάνω, που επιμελείται και παρουσιάζει την εκπομπή όντας τυφλός ο ίδιος, κατορθώνει με ευαισθησία αλλά και με σθεναρή αντιδημοσιογραφική άποψη να αναδείξει τα προβλήματα, τις ανησυχίες αλλά και τις φιλοδοξίες των ανθρώπων που ανήκουν στη συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα.

Η «Έκτη αίσθηση» όμως είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό τηλεοπτικό προϊόν. Προάγει την αλληλεγγύη, παρουσιάζει θετικά πρότυπα για όλους τους ανθρώπους, παροτρύνει τα άτομα με αναπηρία να βγουν από το σπίτι, να κυκλοφορήσουν, να εργαστούν, να αθληθούν και να συμμετέχουν στα κοινωνικά δρώμενα.

Η θεματολογία της εκπομπής περιλαμβάνει πληροφορίες και δεδομένα που σχετίζονται με τη νομοθεσία, την προσπελασιμότητα των δημόσιων χώρων, τον πολιτισμό, τον επαγγελματικό προσανατολισμό, τα ιατρικά, τα προγράμματα κατάρτισης και απασχόλησης, την τεχνολογία αλλά και την επικαιρότητα στο χώρο της αναπηρίας.

Ωστόσο για έναν που ερευνά το ζήτημα γενικότερα δεν μπορεί να πάρει απαντήσεις στο διπλό ερώτημα αν στα προβαλλόμενα προγράμματα της εμπορικής τηλεόρασης, αλλά και της δημόσιας, γίνονται αναφορές έστω και επιλεκτικά για τα προβλήματα των ατόμων με αναπηρία και με ποια συχνότητα.

Τι συμβαίνει. Αυτό που εμπειρικά παρατήρησα είναι ότι πρώτον η κρατική τηλεόραση παρέχει ένα δελτίο ειδήσεων σε γλώσσα νοηματική με μεγαλύτερη διάρκεια από εκείνα της εμπορικής τηλεόρασης. Ακόμη γενική παρατήρηση είναι ότι στον κανάλι  Prisma + όλες οι εκπομπές είναι υποτιτλισμένες ή λέγονται στη νοηματική.

Δεύτερον, δεν υπάρχει ανάλογο προηγούμενο για τα προγράμματα της εμπορικής τηλεόρασης. Υποθέτω ότι η εμπορική τηλεόραση περιορίζεται στο να εκπληρώνει την τυπική υποχρέωση που απορρέει από τη σχετική οδηγία του Ε.Σ.Ρ. ενώ η κρατική τηλεόραση οφείλει να απευθύνεται σε όλους τους πολίτες.

Δεύτερο ερώτημα. Τι είδους προγράμματα θα ήταν εκείνα που θα αναφέρονταν σε αναπήρους; Το ερώτημα αυτό είναι ακόμη πιο δύσκολο να απαντηθεί. Υλικό για να ερευνήσω και να καταλήξω σε κάποια συμπεράσματα σε δικτυακούς τόπους που αναζήτησα, δεν βρήκα.

Αλλά αναρωτιέμαι, χρειάζονται ειδικά τηλεοπτικά προγράμματα στα εμπορικά κανάλια ή στη δημόσια τηλεόραση για τα άτομα με αναπηρία; Μπορούμε να μιλάμε γενικά για αναπηρία σε σχέση με το πρόγραμμα της τηλεόρασης; Ας το δούμε πιο αναλυτικά.

Χρειάζονται υπότιτλοι ή νοηματική για εκείνους που δεν ακούν, το καταλαβαίνουμε όλοι. Όμως δεν γίνεται να μπαίνουν σε όλα τα προγράμματα υπότιτλοι ή νοηματική. Μπορεί να έχουμε νοηματική σε μια ταινία; Είναι ανέφικτο και από πρακτική και από αισθητική άποψη.

Χρειάζεται να μεταγλωττίζονται τα προγράμματα για εκείνους που δεν βλέπουν; Να μιλούν ελληνικά π.χ. στην αμερικανική σειρά, όπου οι σύζυγοι βρίσκονται στα πρόθυρα της νευρικής κρίσης; Θα έλεγα ότι σε κάποιες περιπτώσεις αναπηρίας ο μεταγλωττισμός θα ήταν άχρηστος.   

Άλλωστε στην τηλεόραση δεν παίζει πρωτεύοντα ρόλο ο λόγος αλλά η εικόνα. Αφήστε που έκανε και τη γενική παρατήρηση, ότι για πολλούς από μας που βλέπουμε πολλές φορές, η τηλεόραση είναι άχρηστη. Για άτομα με κινητικά προβλήματα, δεν χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη τεχνική επέμβαση στο τηλεοπτικό προϊόν.

Βρήκα όμως μια μελέτη που υποστηρίζω ότι σε άτομα με προβλήματα νοητικής στέρησης ή με σύνδρομο Down η τηλεόραση μπορεί να αποτελεί ένα καλό ερέθισμα ή ακόμη και μια καλή συντροφιά. Υποθέτω ότι όλοι πιστεύουμε ότι η τηλεόραση εφόσον έχει μια ποιοτική και αισθητική αντίληψη στον προγραμματισμό της και στο πρόγραμμά της, όχι μόνο μπορεί να αποτελεί συντροφιά αλλά πρέπει να έχει και εκπαιδευτικό χαρακτήρα.

Μήπως όμως γνωρίζουμε ποιου είδους προγράμματα είναι αυτά που μπορούν να αποτελέσουν ή να συνεισφέρουν ως είδος μαθησιακής αγωγής, ίσως τι πρέπει να περιέχουν για να είναι εκπαιδευτικά, δεν υπάρχει καμιά εξειδικευμένη παιδαγωγική επιμόρφωση στην Ελλάδα στα τμήματα δημοσιογραφίας και ΜΜΕ που να προσφέρει τέτοια ερεθίσματα στους τηλεοπτικούς παραγωγούς και στους δημοσιογράφους.

 

Με χαρά άκουσα σήμερα τον κ. Μορώνη να αναγγέλλει ότι από το 2008 θα λειτουργήσει σχετικό σεμινάριο. Ποιοι θα διδάξουν, πώς θα διδάξουν και τι περιεχόμενο; Υποθέτω θα συζητηθεί σε ένα Δημόσιο και ανοιχτό διάλογο.

Δεύτερον. Δεν λειτουργεί κανενός είδους τέτοιο συμβουλευτικό όργανο για τις τηλεοπτικές παραγωγές. Δηλαδή μια υπηρεσία στην οποία να μπορεί να καταφεύγει κανείς από τους παραγωγούς των τηλεοπτικών προγραμμάτων για να ζητήσει βοήθεια από τους επαΐοντες.

Τρίτον.  Δεν διαθέτουμε και εμείς καμιά εμπειρία, πέρα από τη γενική παιδεία, άμα την έχουμε και αυτή και την ευαισθησία μας που θέλω να τη θεωρώ δεδομένη για όλους μας, ώστε να νιώθουμε ασφαλείς, στην παραγωγή ανάλογων προγραμμάτων.

Αλλά ακόμη και να γνωρίζουμε και αν ακόμη εξειδικευτούμε σε τέτοιες παραγωγές, μπορεί ένα κανάλι εμπορικό ακόμη και Δημόσιο να σηκώσει το κόστος μιας τέτοιας τεράστιας εξειδικευμένης παραγωγής, αφού θα αφορά σε μικρό ποσοστό τηλεθεατών;

Ξέρω ότι ακούγεται αυτή η ερώτηση ακόμη και ως κυνική, αν σκεφτούμε ότι έτσι προάγεται ο τηλεοπτικός αποκλεισμός, ωστόσο δεν παύει να ταιριάζει με τη στυγνή εμπορική τηλεοπτική πραγματικότητα.

Θα σας απαντήσω ότι υπάρχει λύση, όπως γίνεται στην υπόλοιπη Ευρώπη μέσω του teletext. Τα κακά νέα είναι ότι εμείς εδώ φαίνεται να έχουμε ακόμη αρκετό δρόμο. Τα καλά νέα είναι ότι οι αρμόδιοι προεξάρχοντος του Υπουργού Τύπου κ. Ρουσόπουλου έχουν πολιτική βούληση.

Ερώτημα τρίτον. Μήπως είναι λάθος να μιλάμε για προγράμματα που να απευθύνονται κυρίως για να μην πω μόνο, σε αναπήρους; Μήπως το σωστό είναι να συζητήσουμε και να αναζητήσουμε προγράμματα που να απευθύνονται στο ευρύ κοινό, το οποίο χρειάζεται να καταλάβει ότι είμαστε εν δυνάμει όλοι ανάπηροι;

Νομίζω ότι το τρίτο ερώτημα μας φέρνει πιο κοντά στον κεντρικό ζήτημα του συνεδρίου Άτομα με αναπηρία και ΜΜΕ. Αν βγω και το πω αυτό στον τηλεθεατή, δηλαδή ότι είμαστε όλοι εν δυνάμει ανάπηροι, σας βεβαιώνω ότι μόλις με ακούσουν θα αλλάξουν κανάλι. Μπορεί να ειπωθεί μάλιστα από κάποιους ότι είναι και ένα είδος λαϊκισμού εκ μέρους μου αυτή η τοποθέτηση.

Εγώ θα υποστήριζα ότι είναι μια έντιμη και πνευματική άποψη ενός ανθρώπου, που έχει πλήρη συνείδηση ότι ζει αυτή τη στιγμή έχοντας αρτιμέλεια να πιστεύει ότι το αύριο βρίσκεται στα χέρια του Θεού και μόνο. Είμαι εγώ εκείνη που θα προδικάσω το αύριο; Δεν είναι που μου φαίνεται παράλογη και μόνο η σκέψη, είναι που μου φαίνεται και πνευματικά αδιανόητη.

Αν κοιτάξουμε στον άμεσο περίγυρό μας, θα δούμε ότι έχουμε τουλάχιστον ένα άτομο με αναπηρία. Από το πιο απλό, όπως τη μητέρα μας που τη βάρυναν τα χρόνια και χρειάζεται αναπηρικό καροτσάκι ή από το φίλο μας που έπεσε από το μηχανάκι ή από το γνωστό μας που δεν βλέπει εξαιτίας κάποιας παθογένειας.

Θα έλεγα μάλιστα ότι από μια μέση ηλικία των 65 και άνω όλοι οι άνθρωποι, αυτοί που στην προηγούμενη ζωή τους δεν είχαν κανενός είδους αναπηρία αποκτούν μια πρόσθετη, είτε δεν βλέπουν, είτε δεν ακούν, είτε δεν κινούνται, είτε εξασθενούν ή αλλοιώνονται οι πνευματικές τους δυνάμεις. Η ασθένεια των γηρατειών εμφανίζεται με αναπηρίες, με μορφές αναπηρίας.

Επομένως ίσως να μη φαίνεται λογική και σκόπιμη απαίτηση κάποιων ομάδων να προβάλλουν τα ΜΜΕ προγράμματα μόνο για αναπήρους. Με αυτό το σκεπτικό κάποιος μπορεί να πει ότι δεν χρειάζονται εκπομπές για αναπήρους. Είναι μάταιη η προσπάθεια.

Σας βεβαιώ πως δεν είναι έτσι. Είναι αναγκαίο και θα έλεγα υποχρεωτικό κοινωνικά να ετοιμάσουν τα ΜΜΕ και να προβάλλουν εκπομπές, που να με κάνουν να αντιληφθώ ως πολίτης ότι το πρόβλημα των ατόμων με αναπηρία είναι και δικό μου. Αν όχι σήμερα, αύριο οπωσδήποτε. Να με κάνει συνένοχο δηλαδή η τηλεόραση. Δηλαδή να με διδάξει ως τηλεθεατή, να με καθοδηγήσει ως άτομο εν τέλει να με ευαισθητοποιήσει ως πολίτη.

Θα σας φέρω ένα παράδειγμα. Στην αρχή της 10ετίας του '90, αμέσως μετά τη δημιουργία της εμπορικής τηλεόρασης με την προσωρινή αδειοδότηση της κυβέρνησης Τζανετάκη, που εξακολουθεί να είναι προσωρινή, άρχισε να εμφανίζονται σε μερικές σειρές, σε δευτερεύοντες ρόλους ή και σποραδικά χαρακτήρες ομοφυλοφίλων. Στην αρχή, σε ρόλους κωμικούς δημιουργώντας γύρω τους καταστάσεις και μια ατμόσφαιρα που έβγαζε γέλιο. Σας θυμίζω ακόμη και τους «Μήτσους» του Λάκη Λαζόπουλου.

Είχαν τότε ακουστεί διάφορες φωνές διαμαρτυρίας είτε από συλλόγους που καταδίκαζαν τα νέα τηλεοπτικά ήθη ή συντηρητικά ή και από συλλόγους που υποστήριζαν τη διαφορετικότητα για την ποιότητα στην τηλεοπτική παρουσία αυτών των ομοφυλόφιλων.

Σιγά - σιγά όμως ο τηλεθεατής εκπαιδεύτηκε στο να αποδέχεται τη διαφορετικότητά τους. Αποδέχεται τη διαφορετικότητά τους, καταλαβαίνει τη ζωή τους, κατανοεί τις ανάγκες του, συναισθάνεται τα συναισθήματά τους. Παύουν δηλαδή να εμφανίζονται στις σειρές ως κάτι το ξεχωριστό, κάτι το περίεργο αλλά μέρος της κοινωνικής πραγματικότητας που βιώνουμε. Γίνεται κατανοητό, ότι πρέπει και μπορούν να λειτουργήσουν και να δημιουργούν ανεξάρτητα από την προσωπική μας κλίμακα αξιών αλλά με το σεβασμό που οφείλουμε να έχουμε για τις επιλογές των τρίτων. Να μην επεμβαίνουμε δηλαδή στη ζωή των άλλων.

Τι θα πρότεινα; Όλοι οι νεώτεροι θεωρητικοί της επικοινωνίας αποδέχονται ότι ο καλύτερος τρόπος να περάσει μια θέση, μια καινούρια ιδέα στην κοινωνία μέσω της τηλεόρασης δεν είναι να προβληθεί από τις ειδήσεις. Στις ειδήσεις, αν θέλετε, πιστοποιείται ότι έλαβε χώρα ένα γεγονός. Αν δεν περάσει Μέσα από τα δελτία σημαίνει ότι είναι άνευ σημασίας. Ίσως και όχι, κάτω από προϋποθέσεις. Δεν είναι όμως η κατάλληλη στιγμή για να σας μιλήσω για το πώς γίνεται η αξιολόγηση των ειδήσεων και αν η επιλογή τους γίνεται μόνο με δημοσιογραφικά κριτήρια.

Είναι όμως αλήθεια ότι και μόνο που βλέπεις ένα θέμα στις ειδήσεις έχεις εγγενή την αμφιβολία αν το ότι είναι έτσι όπως παρουσιάζεται ή μήπως υποκρύπτει και κάτι άλλο; Ή μήπως δεν είναι αυτή όλη η αλήθεια. Ή μήπως υπάρχει μια άλλη σκοπιμότητα που σου ξεφεύγει; Γιατί οι σειρές που λέγονται οικογενειακές ή ψυχαγωγικές αναρωτήθηκε ποτέ κανείς μας αν η γνώμη που εκφέρει ο πρωταγωνιστής αποτελεί π.χ. πολιτική προπαγάνδα;

Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς αν υπάρχει κοινωνική σκοπιμότητα στο γεγονός ότι μια γυναίκα ηρωίδα σε τηλεοπτική σειρά, μπορεί να έχει κάνει δύο αποτυχημένους γάμους αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται σε καλές σχέσεις με τους πρώην; Δυσκολεύτηκε να καταλάβει κανείς μας ότι η πρωταγωνίστρια έχει τέσσερα παιδιά από τρεις διαφορετικούς γάμους, αλλά στην τηλεοπτική εικόνα μπορούν να αποτελούν όλοι μια οικογένεια; 

Ποιος τηλεθεατής θα καθίσει να αναλύσει κάτω από ένα τέτοιο πρίσμα τις ανθρώπινες σχέσεις που αναπτύσσονται στην μικρή οθόνη; Ποιος και πώς και με ποιες επικοινωνιακές γνώσεις και με ποια τηλεοπτική εμπειρία θα αναλύσει τους χαρακτήρες που προβάλλονται από το σενάριο μιας σειράς;

Θυμάστε όμως, γιατί προβάλλονται ακόμη στις παλιές ελληνικές ταινίες που τα κατόπτριζαν, τα κοινωνικά στερεότυπα της 10ετίας του '50 - '60. Οι άνθρωποι που είχαν κακό χαρακτήρα ή που υπηρετούσαν άθλιες σκοπιμότητες παρουσίαζαν και ενός είδους αναπηρία είτε σωματική είτε πνευματική.

Ακόμη και στο θέατρο, κυρίως από το Μεσαίωνα έως και τον 19ο αιώνα, υπήρχε μια ανάλογη αντίληψη, ένα τέτοιο στερεότυπο. Η μόνη ίσως ανατροπή σε αυτό το στερεότυπο ήταν ο Κουασιμόδος με την έρωτά του προς την Εσμεράλντα.

Σήμερα κάνοντας μια εμπειρική έρευνα στο πρόγραμμα των σειρών που έχουν τη βάση τους τα ελληνικά κοινωνικά πρότυπα, δηλαδή που αντικατέστησαν τις ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, παρατηρούμε ότι έχει εκλείψει ο συνδυασμός της αναπηρίας ως εξήγηση ενός δύστροπου χαρακτήρα.

Επομένως, ποιος είναι ο προσφορότερος τρόπος να εκπαιδευτεί το ευρύ κοινό, για να συνειδητοποιήσει ότι τα άτομα με αναπηρία δεν μπορεί να βιώνουν ένα συνεχές Κωσταλέξι; Ότι και εμείς δεν μπορούμε σήμερα να συμπεριφερόμαστε ως να μην υπάρχουν άτομα με αναπηρία ή να μην αναγνωρίζουν τις ανάγκες τους που δεν είναι άλλες από τις δικές μας, παρά μόνο κατά το μέτρο και την ιδιοτυπία της αναπηρίας τους;

Κατά τη δική μου γνώμη, ο προσφορότερος τρόπος είναι να περάσουν την αναπηρία στο ψυχαγωγικό και οικογενειακό πρόγραμμα τόσο των εμπορικών καναλιών, όσο και της δημόσιας τηλεόρασης.

Δεν μου διαφεύγει η παρατήρηση ότι βιώνουν την τηλεοπτική εποχή, που ο ρεαλισμός στην τηλεόραση έχει ξεπεράσει το μέτρο και πολλές φορές εμφανίζεται με τη φόρμα του κυνισμού. Μπορούμε πιστεύω να βρούμε τη μέση τηλεοπτική οδό. Πρώτον, δεν χρειάζονται δακρύβρεχτα σενάρια με αναπήρους που να αναδεικνύονται ήρωες της ζωής. Όλοι οι πρωταγωνιστές στις σειρές είναι στα μάτια του κοινού ήρωες και δημιουργούν αυτόματα πρότυπα, γίνονται παραδείγματα.

Δεύτερον, δεν χρειάζονται καταστάσεις που να θυμίζουν τις reality εκπομπές, όπου τελευταία η πνευματική στέρηση έχει αναδειχθεί σε μέγιστο προσόν των διαγωνιζομένων.

Τρίτον. Δεν χρειάζεται να προκαλείται ο οίκτος στον τηλεθεατή ή ο φόβος ότι μπορεί να του συμβεί κάτι κακό και ανεπανόρθωτο για να τον ελκύσουμε. Χρειάζεται μια συνεχή και συνεπή προσπάθεια να περάσουν τα σενάρια των σειρών χαρακτήρες με αναπηρία που να ζουν τη ζωή. Δεν προσθέτω το επίρρημα «φυσιολογικά», να ζουν φυσιολογικά τη ζωή. Η διάκριση του τι είναι φυσιολογικό και τι όχι, με ποια κριτήρια και ποιες αξίες και ποιες αρχές αξιολογείται δεν βρίσκει ακόμη μια πειστική απάντηση, τουλάχιστον σε εμένα που κάθε μέρα τον βλέπω τον κόσμο με άλλα μάτια.

Έτσι έχω εξορίσει το επίρρημα «φυσιολογικά» προ πολλού από το λεξιλόγιό μου. Αν η Πολιτεία θέλει να βοηθήσει ουσιαστικά στο να δει ο τηλεθεατής ότι στη διπλανή πόρτα ζει ένας ανάπηρος που ξέρει, όπως και ο καθένας μας άλλωστε, ότι στο τέλος της πορείας μας είναι ο θάνατος και ότι ζει την κάθε μέρα του σαν να είναι η τελευταία, ότι αγαπά, χαίρεται, ονειρεύεται, λυπάται, αγωνίζεται, ελπίζει και πιστεύει, τότε ας επιβάλει στην τηλεόραση να τον κάνει έναν προσιτό, καθημερινό χαρακτήρα. Ας του δώσει ένα ρόλο με όλα τα προβλήματα, τις απογοητεύσεις, τις δυσκολίες του αλλά και τις χαρές και τις επιθυμίες του και τα επιτεύγματά του.

Άλλωστε αυτή η υπόθεσή μου δεν είναι άσχετη με τα προγράμματα του τύπου «Μαρία η άσχημη» που παγκοσμίως κερδίζουν τεράστια τηλεθέαση. Ο κόσμος έχει κορεστεί από τα πρότυπα γυναικών που ζυγίζουν 45 κιλά, είναι κατάξανθες με μπλε μάτια και ατελείωτα πόδια. Έχει κορεστεί από άνδρες με μύες και πολύ σέξι. Έχει αντιληφθεί ότι δεν είμαστε όλοι σωματικά τέλειοι. Δεν μπορούμε να είμαστε όλοι όμορφοι σύμφωνα με τα πρότυπα των περιοδικών life style. Δεν έχουμε όλοι υψηλό δείκτη νοημοσύνης.

Αυτό άλλωστε θα ήταν τερατώδες και παρά φύση. Η ατέλεια είναι εκείνη που αναδεικνύει την ομορφιά, το μειονέκτημα είναι εκείνο που μας χαρίζει το ταπεινό μας φρόνημα, η αδυναμία μας είναι εκείνη που μας δίνει τη δύναμη να αγωνιστούμε.

Υπάρχουμε και εμείς οι συνηθισμένοι άνθρωποι που είμαστε οι περισσότεροι, και ανάμεσά μας είναι και τα άτομα με αναπηρία. Εδώ τώρα αναφύεται ένα ακόμη σημαντικό ερώτημα, που το θεωρώ σημαντικό γιατί σχετίζεται με τη δουλειά μου στην τηλεόραση.

Γιατί όταν σε εκπομπές λόγου ή ενημερωτικές εκπομπές παρουσιάζουμε άτομα με αναπηρία η τηλεθέαση αγγίζει το 0; Δηλαδή δεν μας βλέπουν ούτε το 8 ή 10% των ατόμων με αναπηρία, παρόλο που τους αφορά το θέμα; Να μην σας απαντήσω ευθέως. Θα σας πω όμως ότι δεν μας βλέπουν οι τηλεθεατές, ούτε όταν μιλάμε για ναρκωτικά, ούτε όταν μιλάμε για τον καρκίνο, ούτε όταν μιλάμε για ψυχοπάθεια.

Είναι σαν να αποστρέφουν το πρόσωπό τους από την πραγματικότητα, σα να θέλουν να ξορκίσουν το κακό. Νομίζω ότι έτσι εξηγείται και η αποστροφή τους για τα θέματα που έχουν να κάνουν με την αναπηρία.

Ο άνθρωπος έχει ενδόμυχους φόβους, έχει τρομερές ανασφάλειες και ανομολόγητες επιθυμίες. Προτιμά να διασκεδάζει την ώρα του σε μια τηλεόραση που σκοτώνει το χρόνο και να πηγαίνει να κοιμηθεί χωρίς προβληματισμούς, παρά να πρέπει να αντιμετωπίσει μια πραγματικότητα που του είναι δυσάρεστη και τον αναγκάζει να σκεφτεί, που ίσως τον βάζει να επιλέξει.

Να, γιατί υποστηρίζω ότι ο μόνος δρόμος να προβληθούν τα θέματα της αναπηρίας είναι Μέσα από ψυχαγωγικά και οικογενειακά προγράμματα, χωρίς μελοδραματισμούς, δάκρυα, ενόχους, την κακή μοίρα, τη δήθεν αδικία του Θεού και άλλα στερεότυπα που δεν συμβάλλουν στην ωριμότητα του τηλεοπτικού κοινού. Απλά οδηγούν σε μια συγκινησιακή φόρτιση που δεν απευθύνεται στη λογική του τηλεθεατή αλλά στο συναίσθημα.

Φυσικά μας βλέπει μεγάλη μερίδα των τηλεθεατών, όταν παρουσιάζουμε οργισμένους περιοίκους που δεν θέλουν στη γειτονιά τους ένα οίκημα που θα φιλοξενήσει άτομα που μπορούν να ζήσουν και να αυτοεξυπηρετηθούν μετά από μακρά παραμονή τους στο ψυχιατρείο.

Μας βλέπουν πολλοί τηλεθεατές και με μεγαλύτερη ευχαρίστηση, όταν παρουσιάζουμε τους κατοίκους εξοργισμένους, που κοντά τους θα λειτουργήσει ένας χώρος για ναρκομανείς. Μας βλέπουν με πάθος όταν παρουσιάζουμε άλλους κατοίκους με όπλα ανά χείρας που δηλώνουν ότι παίρνουν το νόμο στα χέρια τους για να υπερασπιστούν το χώρο τους από την εισβολή ξένων άσχετα αν αυτοί οι ξένοι είναι εργάτες στα χωράφια τους για να μαζεύουν τις ελιές.

Επίσης μας βλέπει το τηλεοπτικό κοινό όταν παρουσιάζουμε ένα ολόκληρο χωριό να απαιτεί και να το επιτυγχάνει, την άμεση απομάκρυνση του ιερέα του επειδή πρότεινε να φιλοξενηθούν στο χωριό άτομα με κινητικά προβλήματα. Θα ήταν, έλεγαν, δυσφήμιση  για τον τουρισμό της περιοχής.

Και στις τέσσερις περιπτώσεις το τηλεοπτικό κοινό επιβραβεύει με μεγάλη τηλεθέαση τις σχετικές εκπομπές. Η τηλεόραση επιμένει να δείχνει το θέμα δήθεν κρατώντας αποστάσεις αντικειμενικότητας, δήθεν συνεισφέροντας στη δική μας ενημέρωση. Αλλά είναι αντικειμενικότητα το να δίνει η τηλεόραση βήμα στους ανίδεους, απληροφόρητους ή κακά πληροφορημένους, στους φοβισμένους πολίτες παραβλέποντας μόνο για λόγους κέρδους ότι η απαίτησή τους είναι βλαπτική για τα συμφέροντα άλλων πολιτών;

Ξέρετε το ανέκδοτο με το κουστούμι; Θα σας το πω, δώστε μου δυο λεπτά. Πάει ένας άνδρας να ράψει ένα κουστούμι. Στην πρώτη φορά κάνει παράπονα ότι το σακάκι δεν κάθεται καλά στον ώμο. Δεν πειράζει του λέει ο ράφτης θα γείρεις λίγο δεξιά, θα σηκώσεις και τον αριστερό ώμο και το σακάκι θα είναι τέλειο. Στην  επόμενη πρόβα κάνει παράπονα ότι το ένα μπατζάκι είναι μακρύτερο από το άλλο. Σιγά καημένε του λέει, θα σηκώσεις λίγο το αριστερό πόδι καθώς θα περπατάς, θα ρίχνεις το βάρος στο δεξιό και το παντελόνι θα πέφτει χυτό.

Φορά ο άνθρωπος το καινούριο κουστούμι και στέκεται στη στάση να πάρει το λεωφορείο, ακριβώς όπως του έχει πει ο ράφτης, ψηλά ο δεξιός ώμος, χαμηλά ο αριστερός κοντό το ένα πόδι, μακρύτερο το άλλο. Περνάνε δύο μάγκες, τον κοιτάζουν και λέει ο ένας στον άλλον, «άλα της κουστουμιά ο σακάτης».

Νομίζω ως τώρα αυτό που κάνει και η τηλεόραση, κυρίως η εμπορική είναι να λειτουργεί ως ράφτης με το πρόγραμμά της, κοιτάζει πως  να έχει κέρδος ράβοντας για όλους μας  ένα κουστούμι. Πράγματι είμαστε όλοι ίδιοι, άνθρωποι. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάνει σε όλους μας το ίδιο κουστούμι. Και είναι ώρα να βγούμε να το πούμε. Είναι η ώρα να βγείτε να το πείτε πρώτα εσείς.

Σας ευχαριστώ πολύ.

 

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ: Ευχαριστώ και την κα Παναγιωταρέα. Κρατάω αυτό το οποίο θα μπορούσε να γίνει κοινή πίστη ότι όλοι είμαστε δυνάμει ανάπηροι, όλοι είμαστε μελλοντικά ανάπηροι, ένα πράγμα το οποίο πραγματικά εγώ δεν το είχα συνειδητοποιήσει. Δεν ξέρω αν θα ζήσω τόσο πολύ, μετά τα 65 οι δημοσιογράφοι έχουν υψηλό... Αλλά πραγματικά αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει και σλόγκαν μιας καμπάνιας ότι αυτά τα προβλήματα μας αφορούν όλους, μπορεί να μην μας αφορούν σήμερα, μας αφορούν αύριο.

Παρατήρησε η κα Παναγιωταρέα ότι δεν υπάρχουν μετρήσεις για τη στάση των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης γύρω από τα θέματα αναπηρίας. Δυστυχώς στην Ελλάδα η μελέτη των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης ξεκίνησε πολύ αργά και τώρα σωρεύεται η γνώση. Νομίζω ότι αυτά τα δύο συνέδρια που γίνανε συν την έρευνα του Ινστιτούτου Οπτικοακουστικών Μέσων προσφέρουν μια πρώτη βάση για να μελετήσουμε αυτά τα ζητήματα.

Και να περάσουμε στην κα Αθηνά Χατζούλη η οποία είναι λέκτορας στο τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Α. ΧΑΤΖΟΥΛΗ: Ευχαριστώ πολύ. Τις ημέρες αυτές το συνέδριο που συμμετέχουμε στο φεστιβάλ που διοργανώνεται με τίτλο: «Η διαφορετικότητα μας ενώνει»,  γιορτάζουμε όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε μια νεαρή κοινωνική ανθρωπολόγος σε ένα παλαιότερο συνέδριο για άτομα με μεσογειακή αναιμία, γιορτάζουμε τη διαφορετικότητα. Μέσα από αυτές τις γιορτές αλλά και την επισκόπηση και την εις βάθος διερεύνηση ένα βασικό ερώτημα που αναδύεται στον καθένα από μας που συμμετέχουμε περισσότερο ή λιγότερο ενεργά είναι: ποια είναι η προσωπική, η εσωτερική μας σχέση με το διαφορετικό και πώς η διαπραγμάτευση αυτής της σχέσης, έχει να κάνει με το διαφορετικό άλλο που είναι έξω από μας ή με το διαφορετικό άλλο που είναι Μέσα μας.

Στην εισήγησή μου θα προσπαθήσω να διερευνήσω το επιχείρημα πως την εποχή μας, την εποχή του αναστοχασμού, η ευαισθητοποίηση του κάθε ανθρώπου και του δημοσιογράφου απέναντι στην έννοια της διαφορετικότητας και της αποδοχής του άλλου μπορεί να βοηθήσει στην αποδοχή της διαφορετικότητας των ατόμων με αναπηρία.

Και κατά δεύτερο λόγο να δείξουν με ποιο τρόπο η ευαισθητοποίηση αυτή μπορεί να διευκολύνει ή και να επιτευχθεί Μέσα από τις σπουδές στα τμήματα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και πόσο εξειδικευμένες σπουδές σε θέματα αναπηρίας παρουσιάζονται όλο και περισσότερο απαραίτητες.

Τα Μ.Μ.Ε. όπως όλοι γνωρίζουμε είναι ένα εργαλείο, που το πας όπου θέλεις. Μπορούν να μιλήσουν για τους ανθρώπους αλλά και να συνομιλήσουν με τους ανθρώπους. Αλλά Μέσα στα Μ.Μ.Ε. τίθεται κυρίως το θέμα της αντιπροσώπευσης, της ανάδειξης της φωνής του άλλου.

Τα Μ.Μ.Ε. έχουν εξουσία και το πρόβλημα είναι πώς η κοινωνία θα χρησιμοποιήσει αυτή την εξουσία για την ανάδειξη αυτής της φωνής του Άλλου. Την ανάδειξη της φυσικής διαφορετικότητας. Μέσα στα ποικίλα θέματα αποκλεισμού που αναφαίνονται στην εποχή μας, πώς θα μπορέσει η αναπαραγωγή των στερεοτύπων να ανατραπεί σε ένα σύστημα σπουδών για την ανάδειξη της διαφορετικότητας.

Στο πρόσφατο, πολύ εμπεριστατωμένο δημοσιογραφικό οδηγό για τα θέματα αναπηρίας και Μ.Μ.Ε. από τη Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης, όπως πολύ σωστά επισημαίνεται η κατεύθυνση που προτείνεται για την εκπαίδευση των ανθρώπων που ασχολούνται με τα Μ.Μ.Ε. δεν αποσκοπεί σε μιαν εις βάθος εκπαίδευση, ώστε να αμφισβητηθούν εκ των έσω οι πηγές των αρνητικών στάσεων απέναντι στα θέματα αναπηρίας.

Αντίθετα αυτό που προτείνεται και με μεγάλη δεξιοτεχνία παρατίθεται, είναι πώς θα μπορέσουμε να κάνουμε σαφή τα όρια μεταξύ καλών και κακών πρακτικών, παρουσίασης θεμάτων αναπηρίας.

Συμφωνώ απόλυτα με αυτή την άποψη. Θα ήθελα όμως να προσθέσω με την εισήγησή μου αυτή, ότι για να πετύχουμε αυτό, είναι απαραίτητο να καθορίσουμε δηλαδή με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τα όρια των κακών πρακτικών απέναντι στα θέματα περί της αναπηρίας, ένα ευρύ πεδίο πολυεπιστημονικών και διεπιστημονικών προσεγγίσεων και διερεύνησης.

Μέσα από τη διερεύνηση αλλά και τη βιωματική μάθηση αυτών των προσεγγίσεων και των διακυβευμάτων θα μπορέσει, όπως είπα και στην αρχή, ο άνθρωπος των Μέσων, ο δημοσιογράφος, ο ρεπόρτερ, να βιώσει και να έρθει πιο κοντά με τη διαφορετικότητα, τη δική του και των άλλων και έτσι να έρθει πιο κοντά στην έννοια της αναπηρίας ως διαφορετικότητα και όχι ως στίγμα και στη συνέχεια να αναπτύξει ένα λόγο οριοθετημένο και πιο ενσυνείδητα ενήμερο.

Η αναπηρία είναι ένας όρος σχεσιακός. Προσδιορίζει ένα άτομο σε σχέση με τους άλλους, σύμφωνα με ένα κριτήριο διαφοράς, σύμφωνα με το ιατρικό μοντέλο. Μια αναπηρία έχει νόημα μόνο με την έννοια κάποιας ικανότητας που απουσιάζει.

Οι άνθρωποι λέμε έχουν μειωμένη όραση όχι μειωμένη τυφλότητα. Οι άνθρωποι με ακοή και όχι κουφοί αποτελούν τη νόρμα. Όπως αναφέρει η Σούζαν Γκρέγκορι και έχει συζητηθεί σε παρόμοια συνέδρια, το να γεννηθεί κανείς με αναπηρία δεν συνεπάγεται ότι έχει εγγενή αίσθηση ανικανότητας, αν και ίσως σταδιακά θα αποκτήσει μια αίσθηση διαφοράς.

Τα ερωτήματα που επανειλημμένως έχουν τεθεί είναι πώς τότε καταλήγουν τα ανάπηρα άτομα να αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως ανάπηρα; Πώς αποκτούν τα άτομα έννοιες αναπηρίας και πώς αυτές επηρεάζουν την εξέλιξη της προσωπικής τους ταυτότητας.

Όταν ήμουν μικρός λέει ένας άνδρας 28 ετών, νόμιζα πως είμαι κουφός, μόνο όταν ήμουν στο σχολείο. Στο σχολείο υπήρχαν μόνο κουφά άτομα, εννοώ δεν υπήρχαν κουφοί έξω από το σχολείο. Σκεφτόμουν απλά και αυτό είναι απαίσιο, τονίζει, πως το σχολείο έκανε τους ανθρώπους κουφούς, γιατί σε αυτό πήγαιναν μόνο κουφοί. Δεν ξέρω γιατί σκεφτόμουν αυτό ούτε το άλλο, ότι δηλ. όλοι έξω από το σχολείο άκουγαν κανονικά.

Ο Γιάννης 29 χρόνων αναφέρει: Θυμάμαι που μου είπαν, εσύ δεν ακούς, είσαι κουφός και νόμιζα πως και ο αδελφός μου και η αδελφή μου ήταν κουφοί. Νόμιζα πως και αυτοί δεν μπορούσαν να ακούσουν και μου απάντησαν. Όχι αυτοί μπορούν να ακούσουν. Και εγώ είπα, τι συμβαίνει; Γιατί πραγματικά δεν καταλάβαινα τι σήμαινε. Δεν πίστευα πως η κωφότητα σημαίνει πως δεν ακούς. Ήταν απλά μια λέξη για μένα. Δεν ήξερα τι σήμαινε.

Οι Πάτον και Χάμφρις που περιγράφουν την εμπειρία πολλών κωφών ανθρώπων υποστηρίζουν ότι μόνο με το πέρασμα του χρόνου αποκτά το άτομο επίγνωση του εαυτού του ως κωφού καθώς και των επιπτώσεων αυτού του γεγονότος.

Η διεργασία αυτή περιγράφεται ως εξής. Μαθαίνει κανείς να είναι κωφός. Ένα μέρος αυτής της σταδιακής συνειδητοποίησης της αναπηρίας, είναι και η αναγνώριση του εαυτού ως σημαντικά διαφορετικού. Ωστόσο η διαφορά από μόνη της δεν αρκεί. Ο κοκκινομάλλης είναι μέρος μιας μειονότητας, όχι όμως και ανάπηρος. Αυτό που είναι σημαντικό είναι πώς αξιολογείται αυτή η διαφορά. Η αξιολόγηση μπορεί να σχετίζεται με την αποτελεσματικότητα στην εκτέλεση συγκεκριμένων δραστηριοτήτων. Όμως  η σημασία που αποδίδεται σε συγκεκριμένες δραστηριότητες, όπως το κοινωνικό μοντέλο υποστηρίζει, νοηματοδοτείται και προσδιορίζεται κοινωνικά.

Από την άλλη όπως πολλές ανθρωπολογικές μελέτες μας δείχνουν ούτε η ανικανότητα για συγκεκριμένες δραστηριότητες μπορεί να είναι το μοναδικό κριτήριο αξιολόγησης, καθώς οι δεξιότητες που θεωρούνται απαραίτητες σε μια κοινωνία, μπορούν να θεωρούνται ασήμαντες σε μια άλλη.

Η διαφορετικότητα είναι θέμα το οποίο συζητείται ευρέως στην κοινωνία μας. Υπάρχουν νομοθεσίες που την επικυρώνουν, ενώ συχνά ερωτήματα ανακύπτουν ως προς το πόσο γίνεται αποδεκτή στον εργασιακό χώρο, στο χώρο της αγοράς, στην πολιτική ή στα Μέσα. Από την άλλη υποστηρίζουν ότι η αναπηρία φαίνεται να είναι η παραμελημένη διαφορετικότητα.

Όπως αναφέρεται σε ένα άρθρο των επαγγελματιών δημοσιογράφων, όταν ορίζουμε τη διαφορετικότητα μόνο με όρους εθνικότητας ή σεξουαλικότητας, είτε ως δημοσιογράφοι, είτε ως κοινωνικοί επιστήμονες, παραβλέπουμε την μεγαλύτερη υπαρκτή μειονότητα, τους ανθρώπους με αναπηρία.

Ίσως σε χώρους δημοσιογραφίας αλλά και οι παραγωγοί νοήματος, συνεχίζει το άρθρο πρέπει να γίνουν δύο ανοίγματα. Να ανοίξουν οι πόρτες του δημοσιογραφικού επαγγέλματος σε άτομα με αναπηρία, όπως ελέχθη ήδη σήμερα και δεύτερον να γίνεται ευρύτερη κάλυψη των θεμάτων αναπηρίας με μεγαλύτερη ακρίβεια.

Οι άνθρωποι με αναπηρία σίγουρα χρειάζονται δημοσιογραφική κάλυψη με τον ίδιο τρόπο που κανείς καλύπτει άλλες ομάδες. Το ερώτημα είναι πόσο εφικτό είναι αυτό. Πόσο εύκολα δηλαδή ένας δημοσιογράφος ή ένας ρεπόρτερ θα αφήσει στερεοτυπικούς τρόπους αναπαράστασης των θεμάτων αναπηρίας, που στην ουσία παρουσιάζουν τους ανθρώπους άτυχους ή λιγότερο τυχερούς ή απελπισμένους ή με λιγότερα προνόμια και να τους παρουσιάσει απλώς ως διαφορετικούς ανθρώπους.

Πληθώρα ερευνών από το 1980 μέχρι σήμερα, από την εποχή δηλαδή που οι κοινότητες που ασχολούνται με τα θέματα αναπηρίας κινητοποιήθηκαν στο να αμφισβητήσουν τις διακρίσεις που υφίστανται, δείχνουν τη δυσκολία που παρουσιάζει ο δημοσιογραφικός λόγος να εγκαταλείψει στερεοτυπικούς τρόπους έκφρασης για τα θέματα της αναπηρίας.

Αντίθετα, επικοινωνιακοί φραγμοί και ένας λόγος που φαίνεται να απευθύνεται σε προβληματικούς ανθρώπους, επικρατεί, ενισχύοντας τις ανισότητες, αυξάνοντας την κοινωνική και φυσική απομόνωση των ατόμων με αναπηρία, περιθωριοποιώντας άτομα και ομάδες.

Σε μια ποιοτική μελέτη με ανάλυση λόγου που έκανε η «Χέιλερ» το 1999 πάνω στον τρόπο που τα Μέσα καλύπτουν το θέμα της ηλικίας στα άτομα με αναπηρία, βρέθηκε ότι οι δημοσιογράφοι στις συνεντεύξεις τους ή στις αφηγήσεις τους, δεν παρέθεταν αποσπάσματα από το λόγο των ατόμων με αναπηρία. Αυτό μπορεί να έχει αποτέλεσμα, συνεχίζει η Χέιλερ να στέλνεται το μήνυμα ότι τα άτομα με αναπηρία δεν μπορούν να μιλήσουν για τον εαυτό τους, αλλά ότι άλλοι μιλούν γι αυτούς.

Σε άλλες μελέτες αναφέρεται επίσης ότι ενώ μετά την ανακήρυξη των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία, οι πολιτικοί φάνηκε να ανταποκρίθηκαν αμέσως, ο Τύπος δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στην αλλαγή των στάσεων, που μια τέτοια ανακήρυξη προσδοκούσε. Αντίθετα αναφέρει ο Τζόζεφ Σατίρο ένα περίεργο υβρίδιο ρεπορτάζ αναδείχθηκε, όπου παραδοσιακά στερεότυπα και τρόποι αναφοράς και αναπαραστάσεις αναμειγνύονται με τον καινούριο λόγο περί δικαιωμάτων.

 

Ένα τέτοιο ρεπορτάζ βέβαια δεν βοηθάει καθόλου τη διάδοση των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία. Η αναπηρία γίνεται θέμα φιλανθρωπίας και τα άτομα με αναπηρία γίνονται αντιληπτά ως κάτι το ξεχωριστό και όχι ως άτομα που ανήκουν σε μια μειονοτική ομάδα.

Τι κρύβεται πίσω από αυτή την τάση αποφυγής του ατόμου με αναπηρία ή της αντιμετώπισής του ως θύμα ή ως ήρωα; Τι κρύβεται πίσω από αυτή τη δυσκολία ανατροπής των λανθασμένων προτύπων και στάσεων; Ο φόβος αναφέρουν πολλοί. Ο φόβος διότι αυτό το κακό το μιαρό μπορεί να μας πιάσει. Ο φόβος ότι όλοι είμαστε ευάλωτοι στην αναπηρία. Είναι η μοναδική μειονοτική ομάδα στην οποία όπως αναφέρθηκε, ενώ δεν ανήκουμε ως ομάδα υπαγωγής, μπορεί ανά πάσα στιγμή να εισέλθουμε και να γίνουμε μέλη της.

Ο φόβος λέει η Κιμ Λόουφερ από το Πανεπιστήμιο του Townson και η ανείπωτη ευαλωτότητα απέναντι στην αναπηρία, κάνουν τους δημοσιογράφους να αισθάνονται άβολα να πλησιάσουν τα άτομα με αναπηρία και έτσι τα αποφεύγουν ή καταφεύγουν σε στερεότυπα.

Εκτός από το φόβο μπροστά στην αναπηρία, όπως αναφέρεται και στο δημοσιογραφικό οδηγό για τα θέματα αναπηρίας, ο μη ανάπηρος άνθρωπος αισθάνεται και ένοχος για την υποτιθέμενη αδικία που ο ανάπηρος βιώνει, όπως και μια σειρά από συναισθήματα συμπάθειας αλλά και αποστροφής, τα οποία προξενούν αμφιθυμία και μια ασταθή συμπεριφορά, η οποία γίνεται αντιληπτή σαν τα άτομα με αναπηρία να είναι ανεπιθύμητα.

Παρόμοια συναισθήματα αυτής της άβολης κατάστασης μπροστά στην αναπηρία τα παρατηρούμε στον εαυτό μας στην καθημερινότητά μας αλλά και σε άλλες ομάδες επαγγελματιών που έρχονται σε επαφή.

Σε πρόσφατες έρευνες στις υπηρεσίες κοινωνικής βοήθειας παρατηρήθηκε ότι εκτός από τα προβλήματα που αναφέρθηκαν σχετικά με τους επικοινωνιακούς φραγμούς στον τρόπο που οι κοινωνικοί λειτουργοί ή οι νοσηλευτές απευθύνονται προς τα άτομα με αναπηρία, σημασία δίνεται και στη σχέση ή στη στάση που κρατούν οι ψυχολόγοι ή οι γιατροί μπροστά στα άτομα αυτά.

Να αναφέρω κάτι άλλο, να προχωρήσω λίγο, στις μαρτυρίες μιας ψυχοθεραπεύτριας, η οποία κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής της σταδιοδρομίας χρειάστηκε να εργαστεί για πολλά χρόνια βιώνοντας η ίδια ένα πρόβλημα αναπηρίας, αναφέρει τα συναισθήματα τρόμου, οργής, αγωνίας αλλά και ελπίδας που παρατήρησε στους πελάτες της.

Παρατήρησα, λέει η ίδια, τη βαθιά λύπη που φέρνει στον άνθρωπο η αντίληψη των περιορισμών, που μπορεί να φέρει η ζωή και πώς η αναπηρία μου και η σταδιακή βελτίωση έγινε αντιληπτή μεταφορικά ως η ασυνείδητη ελπίδα ότι τελικά μπορούμε να επιβιώσουμε ή να γιατρευτούμε από τον ανάπηρο εαυτό, που όλοι λίγο έως πολύ κρύβουμε Μέσα μας, που είναι περισσότερο ή λιγότερο ορατός.

Αν και οι πηγές των αρνητικών στάσεων απέναντι στην αναπηρία αποτελούν ένα ξεχωριστό κεφάλαιο, αυτό που θα ήθελα να τονίσω είναι ότι στην εποχή μας η αντίληψη και μόνο του κοινωνικού μοντέλου, που αναφέρεται στα ίσα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία δεν είναι αρκετή για να αποκτήσουμε ενσυναίσθηση της στάσης  μας απέναντι στην αναπηρία και να προσπαθήσουμε να την αλλάξουμε.

Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε και σε αυτό βοηθάει η εκπαίδευση και η βιωματική εμπειρία ότι η έννοια και η εμπειρία του άλλου, του διαφορετικού, είναι κάτι που απασχολεί όλους μας. Και ότι αυτή η έννοια του άλλου γίνεται περισσότερο κατανοητή μέσα από την έρευνα των σχέσεων και του σχετίζεσθαι και της διυποκειμενικότητας  που καθορίζει κάθε σχέση και κάθε επικοινωνιακή ανταλλαγή.

Σε κάθε σχέση υπάρχει αλληλεπίδραση και κάθε σχέση είναι αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης. Έχει σημασία να αντιληφθούμε τον τρόπο που το άτομα σήμερα μέσα από τη συνεχή ανάγκη για αναστοχασμό που επιβάλλει η εποχή της μετανεωτερικότητας χρησιμοποιεί το άλλο, το διαφορετικό για τον αυτοπροσδιορισμό της.

Το άτομο αναγκαστικά χρησιμοποιεί τον άλλο. Χρειάζεται την ματιά του άλλου για την παρουσία του ως μια επιβεβαίωση της ύπαρξής του. Και αυτό βέβαια συμβαίνει και από τις δύο πλευρές. Και από την πλευρά του ατόμου με αναπηρία και από την πλευρά του ατόμου χωρίς αναπηρία.

Αυτό που μας λέει η ανάπτυξη αυτών των επιχειρημάτων είναι ότι η εκπαίδευση του δημοσιογράφου είναι πολυεπιστημονική και διεπιστημονική είτε αυτή γίνεται Μέσα σε ένα τμήμα επικοινωνίας, είτε μέσα από ένα καινούριο σχετικά πεδίο που υπάρχει αλλού, των σπουδών στην αναπηρία.

Σε πολλά Πανεπιστήμια των Ηνωμένων Πολιτειών κυρίως έχουν δημιουργηθεί τμήματα πάνω στις σπουδές στην αναπηρία και ίσως συνέδρια και εκδηλώσεις ως τη σημερινή να αποτελέσουν μια πρόταση και μια πρόκληση για το Υπουργείο Παιδείας για τη δημιουργία τέτοιων τμημάτων και στην Ελλάδα.

Οι σπουδές στην αναπηρία αναφέρονται γενικά στην εξέταση και διερεύνηση της αναπηρίας ως ένα κοινωνικό, πολιτισμικό και πολιτικό φαινόμενο. Σε αντίθεση με τις κλινικές ιατρικές ή θεραπευτικές οπτικές σχετικά με την αναπηρία οι σπουδές στην αναπηρία στοχεύουν στον τρόπο που η έννοια της αναπηρίας ορίζεται και αναπαριστάται από την κοινωνία.

Μέσα από αυτή την οπτική η αναπηρία δεν είναι ένα χαρακτηριστικό το οποίο υπάρχει στο άτομο, το οποίο ορίζεται ως ανάπηρο, αλλά μια κατασκευή, η οποία νοηματοδοτείται Μέσα από το εκάστοτε πολιτισμικό και κοινωνικό πλαίσιο.

Το πεδίο των σπουδών για την αναπηρία είναι ένα ζωντανό και ποικιλόμορφο πεδίο, αλλά και μια περιοχή αναζήτησης. Πρώτα απ' όλα όπως είπα είναι διεπιστημονικό και πολυεπιστημονικό. Δεν θα μπορούσε κανένα επιστημονικό πεδίο μόνο του να σφετεριστεί τις σπουδές στην αναπηρία. Αντίθετα, το πεδίο αυτό μπορεί να αντλεί πληροφορίες και γνώση από περιοχές όπως ιστορία, κοινωνιολογία, ανθρωπολογία, γεωγραφία, πολιτικές οικονομικές επιστήμες, φιλοσοφία, ψυχολογία, θεολογία, σπουδές για το φύλο, σπουδές για την επικοινωνία και τα Μ.Μ.Ε. αλλά παράλληλα και κυρίως μια εν τω βάθει αντίληψη για τα φαινόμενα που διέπουν τις ανθρώπινες σχέσεις.

Τέτοιου είδους σπουδές και παρόμοιες προσεγγίσεις μπορούν να συντελέσουν στη μείωση του αποκλεισμού των ατόμων με αναπηρία και στην ενσωμάτωσή τους σε όλους τους χώρους της κοινωνικής ζωής ακόμη και στη δημοσιογραφία.

Ήρθε η ώρα λέει η Σούζαν Λοπέντιο, βοηθός ειδησεογραφίας αλλά και η Ελίζαμπεθ Τσάμπελ, τυφλή ρεπόρτερ εδώ και 20 χρόνια, να δεχτούμε ως δημοσιογράφους περισσότερα άτομα με αναπηρία, να βάλουμε περισσότερους ανθρώπους με αναπηρία πίσω από το τραπέζι των δελτίων ειδήσεων και έτσι να σταθούμε δίπλα τους και όχι απέναντί τους, να συνυπάρξουμε.

Ευχαριστώ

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ: Ευχαριστώ την κα Χατζούλη. Να κρατήσουμε αυτό, ότι η αναπηρία δεν πρέπει να γίνει ζήτημα φιλανθρωπίας των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Πρέπει να ανοίξουν οι πόρτες του δημοσιογραφικού επαγγέλματος σε άτομα με αναπηρία και πρέπει να καλύψουν περισσότερο τα θέματα με αναπηρία.

Και να συνεχίσουμε με την κα Μπέττυ Τσακαρέστου, η οποία είναι Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών, η οποία με μια ομάδα συνεργατών της έκανε μια έρευνα για τις στάσεις και αντιλήψεις των φοιτητών του τμήματός της Επικοινωνίας του Παντείου για τα άτομα με αναπηρία και τη σχέση τους με τα Μέσα μαζικής επικοινωνίας.

 

ΜΠ. ΤΣΑΚΑΡΕΣΤΟΥ: Κυρίες και κύριοι καλησπέρα σας, κα Γενική Γραμματέα ευχαριστούμε πάρα πολύ για την πρόσκληση και την ευκαιρία που μας δίνετε να είμαστε ανάμεσά σας και να μοιραστούμε τα πρώτα ευρήματα μιας ποιοτικής έρευνας με θέμα: στάσεις και αντιλήψεις των φοιτητών του τμήματός μας απέναντι στα άτομα με αναπηρία και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.

Αυτή την έρευνα την ξεκινήσαμε με αφορμή την πρόσκληση να συμμετέχουμε στο παρόν συνέδριο. Από την πλευρά μας την έχουμε εντάξει σε ένα ευρύτερο πλαίσιο σπουδών που έχουμε στο Τμήμα μας, και αφορά τα θέματα της κοινωνικής ευθύνης των Μέσων Ενημέρωσης.

Είναι μια κατεύθυνση ερευνητική και διδακτική που εστιάζεται στα θέματα της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Αντιμετωπίζουμε πλέον και εμείς τα Μέσα επικοινωνίας, όχι μόνον ως χώρους παραγωγής ειδήσεων πληροφοριών και εκπαίδευσης αλλά και ως επιχειρήσεις, οι οποίες πρέπει συνολικά να σκέφτονται τις ευθύνες που έχουν απέναντι στο σύνολο της κοινωνίας και όλους τους κοινωνικούς μετόχους, τους λεγόμενους stake holders.

Μέσα σε αυτή τη συζήτηση περί της κοινωνικής ευθύνης των επιχειρήσεων αλλά και των Μέσων ως επιχειρήσεις, το θέμα της αποδοχής της διαφορετικότητας ως στοιχείο κοινωνικής συνοχής, είναι μια από τις σημαντικότερες συζητήσεις και κατευθύνσεις της έρευνας.

Στον υπόλοιπο επιχειρηματικό κόσμο η συζήτηση αυτή έχει οδηγήσει αρκετές επιχειρήσεις να έχουν εντάξει στις τάξεις των εργαζομένων τους και στο στελεχειακό τους δυναμικό ανθρώπους με αναπηρία, θεωρώντας μάλιστα ότι αυτή η συγκεκριμένη ομάδα των συμπολιτών μας μπορεί να προσφέρει και ένα ιδιαίτερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Ο τομέας των Μέσων μοιάζει να υστερεί σε αυτό τον τομέα παρόλο που γίνονται ήδη τα πρώτα σοβαρά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση.  Ως Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού συζητούμε αυτά τα θέματα στα μαθήματα μας. Ανοίξαμε αυτή τη συζήτηση μαζί με τη Λήδα Τσενέ, η οποία είναι υποψήφια διδάκτορας μαζί μας στα θέματα της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης στον τομέα των Μέσων και με τρεις προπτυχιακές φοιτήτριες που βρίσκονται στο δεύτερο έτος των σπουδών τους, τη Ζωή Γιώτη, την Αλίκη Θεράπου και την Ιωάννα Παντοπώλη.

Μαζί συστήσαμε μια μικρή ερευνητική ομάδα και Μέσα από μια μικρή αρχικά ποιοτική έρευνα πιλοτική θελήσαμε να διερευνήσουμε τις στάσεις αντιλήψεις των φοιτητών μας σε αυτό το πεδίο.

Δεν παίρνω άλλο από το χρόνο σας και δίνω κατευθείαν το λόγο στην κα Τσενέ, για να μας δώσει τα πρώτα πορίσματα του πιλοτικού σταδίου της έρευνάς μας, η οποία και συνεχίζεται και με το ποσοτικό στάδιο τους προσεχείς μήνες.

 

ΛΗΔΑ ΤΣΕΝΕ: Καλησπέρα. Θα ήθελα και εγώ με τη σειρά μου να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του Συνεδρίου για την αφορμή και την ευκαιρία που προσφέρουν σε όλους εμάς να εκφράσουμε και να ανταλλάξουμε απόψεις γύρω από το ζήτημα της σχέσης των ατόμων με αναπηρία και των Μέσων Επικοινωνίας.

Σήμερα όπως είπε και η κα Τσακαρέστου θα σας παρουσιάσουμε τα πρώτα ποιοτικά στοιχεία όπως έχουν προκύψει μέχρι στιγμής από μια έρευνα, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη με θέμα: Στάσεις και αντιλήψεις των φοιτητών του τμήματος Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου για τα άτομα με αναπηρία και τη σχέση τους με τα Μέσα Επικοινωνίας.

Η έρευνα αποτελεί συνέχεια της προβληματικής που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του πρώτου συνεδρίου με έμφαση στον τομέα της προσβασιμότητας, με πολλαπλή όμως σημασία. Προσβασιμότητα στο ίδιο το προϊόν των Μέσων, στον εργασιακό τομέα και κυρίως στο σωστό περιεχόμενο, στη σωστή παρουσίαση των ατόμων με αναπηρία από τα Μέσα.

Η βασική μας παραδοχή δανειζόμενη και αυτή από τα συμπεράσματα του προηγούμενου συνεδρίου, έχει να κάνει με την εστίαση στον πολίτη με αναπηρία, που είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και όχι στον ανάπηρο πολίτη αντικείμενο φιλανθρωπίας.

Λαμβάνοντας υπόψη τα πορίσματα και τα συμπεράσματα διαμορφώθηκαν οι τρεις ερευνητικοί μας άξονες. Ο πρώτος άξονας αφορά στην προσωπική στάση και αντίληψη των συμμετεχόντων στην έρευνα για τα άτομα με αναπηρία.

Ο δεύτερος εστιάζει στη σχέση Μέσων και ατόμων με αναπηρία ενώ ο τρίτος έχει θέμα άτομα με αναπηρία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Στόχοι μας είναι Μέσα από τους προαναφερθέντες άξονες να διερευνήσουμε πρώτον, κατά πόσο οι συμμετέχοντες στην έρευνα γνωρίζουν τα σχετικά ζητήματα. Δεύτερον, πώς αντιμετωπίζουν τα άτομα με αναπηρία σε καθημερινό διαπροσωπικό επίπεδο. Τρίτον, πώς αντιλαμβάνονται τη σχέση των ατόμων με αναπηρία με τα Μέσα και τέταρτον να διερευνήσουμε τη διαχείριση των ατόμων με αναπηρία και των σχετικών ζητημάτων από την πανεπιστημιακή κοινότητα του Παντείου.  

Η έρευνα πραγματοποιείται με τη μέθοδο της ανοιχτής συζήτησης. Οι συμμετέχοντες είναι φοιτητές του τμήματος Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου, εκπρόσωποι δηλαδή των μελλοντικών επαγγελματιών στο χώρο Μέσων και της επικοινωνίας γενικότερα και άτομα με αναπηρία που φοιτούν σε διάφορα τμήματα του Παντείου.

Ας περάσουμε τώρα να δούμε κάποια από τα πολύ βασικά συμπεράσματα. Οι συμμετέχοντες φαίνονται πολύ εξοικειωμένοι και ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένοι γύρω από τα ζητήματα που αφορούν τα άτομα με αναπηρία. Θεωρούν ότι κάθε αναπηρία είναι διαφορετική, γι αυτό και κάθε άτομο που τη φέρει θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστή περίπτωση.

Όσον αφορά στην ορολογία χρησιμοποιούν αρκετά τον όρο άτομα με αναπηρία αλλά κατανοούν ότι πιο δόκιμος είναι ο όρος άτομα με αναπηρία. Αυτό συμβαίνει γιατί ενώ ο όρος άτομα με αναπηρία τους φαίνεται λιγότερο προσβλητικός και τους φέρνει λιγότερη αμηχανία όταν τον χρησιμοποιούν, κατανοούν όμως ότι είναι πολύ γενικευμένος. Ενώ αντίθετα ο όρος άτομα με αναπηρία είναι και ο πιο ρεαλιστικός.

Οι συμμετέχοντες πιστεύουν ότι τα άτομα με αναπηρία πρέπει να αντιμετωπίζονται από την κοινωνία ως ισότιμοι πολίτες, κάτι που σύμφωνα με τη γνώμη τους δεν ισχύει και τόσο στην Ελλάδα.

Όσον αφορά στο ερώτημα για τις ίσες ευκαιρίες μας απαντούν ότι τα άτομα με αναπηρία έχουν φαινομενικά ίσες ευκαιρίες στους τομείς της εκπαίδευσης και του αθλητισμού. Στον τομέα της εργασίας όμως αυτό δεν ισχύει.

Παρόλα αυτά φαίνεται να έχει γίνει κάποια σχετική πρόοδος στην αντιμετώπιση των ατόμων με αναπηρία σε καθημερινό επίπεδο από τους πολίτες, οι οποίοι δείχνουν να έχουν εντάξει κατά κάποιο τρόπο την αναπηρία στην καθημερινότητά τους.

Τα συναισθήματα οίκτου επιφυλακτικότητας ή ακόμη και απόρριψης φαίνεται να έχουν εγκαταλειφθεί από τις νεώτερες γενιές. Τονίζουν ότι η σωστή αντιμετώπιση και διαχείριση αυτών των ζητημάτων ξεκινά από το οικογενειακό περιβάλλον και την παιδεία προκειμένου να γίνει θέμα ατομικής συνείδησης και κοινωνικής ευθύνης και κουλτούρας, χωρίς όμως να παραβλέπουν το σημαντικό ρόλο που οφείλει να διαδραματίζει η Πολιτεία.

Σύμφωνα με τους συμμετέχοντες τα Μέσα Επικοινωνίας παίζουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της εικόνας των ατόμων με αναπηρία στην κοινωνία και δηλώνουν ότι δεν είναι καθόλου ικανοποιημένοι από την παρουσίαση σχετικών ζητημάτων από τα Μέσα.

Συγκεκριμένα, αναφέρουν ότι η εικόνα που βγαίνει από τα Μέσα είναι τελείως λανθασμένη, είτε προς το ένα άκρο, είτε προς το άλλο. Δηλαδή τα άτομα με αναπηρία παρουσιάζονται είτε ως άτομα που προκαλούν τον οίκτο της κοινωνίας είτε ως ήρωες.

Επιπλέον, τονίζουν ότι τα ζητήματα που αφορούν την αναπηρία επιλέγονται από τα Μέσα λόγω της τηλεθέασης που μπορεί να προκαλέσουν.  Και τα ίδια τα άτομα με αναπηρία αποφεύγουν τη συμμετοχή τους στα Μέσα γιατί δεν εμπιστεύονται τον τρόπο παρουσίασής τους.

Η ορολογία που χρησιμοποιείται από τους δημοσιογράφους και ιδιαίτερα στην τηλεόραση, είναι πολλές φορές λανθασμένη και ιδιαίτερα φορτισμένη συναισθηματικά, κάτι το οποίο απορρίπτουν οι συμμετέχοντες στην έρευνά μας.

Επίσης βρίσκουν ιδιαίτερα δυσανάλογα χαμηλή τη συμμετοχή και εκπροσώπηση των ατόμων με αναπηρία στα Μέσα Επικοινωνίας τόσο από πλευρά παρουσίας τους σε εκπομπές και δημόσιες συζητήσεις, όσο και από πλευράς εργασίας τους στους οργανισμούς ενημέρωσης και δηλώνουν ότι  τα άτομα με αναπηρία πρέπει να συμμετέχουν ισότιμα σε όλες τις δημόσιες συζητήσεις που τους αφορούν, ως πολίτες του κοινωνικού συνόλου.

Όσον αφορά στην πρόσβαση, στην ενημέρωση οι φοιτητές πιστεύουν ότι έχουν γίνει κάποιες προσπάθειες κυρίως μέσω του διαδικτύου και των νέων τεχνολογιών, αλλά δεδομένης της τεχνολογικής εξέλιξης υπάρχουν ακόμη πολλές δυνατότητες.

Συμφωνούν ότι μια πιο ρεαλιστική παρουσίαση και ισότιμη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρία στα Μέσα είναι απαραίτητη.  Όσον αφορά το Πάντειο τώρα, τα άτομα με αναπηρία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της πανεπιστημιακής κοινότητας του Παντείου συμμετέχοντας σε όλες τις δραστηριότητες.

Το Πάντειο Πανεπιστήμιο προσφέρει αρκετές διευκολύνσεις, όσον αφορά στην πρόσβαση γι αυτό και αποτελεί σύμφωνα με τους συμμετέχοντες φοιτητές με αναπηρία το πρώτο Πανεπιστήμιο σε συσσώρευση ατόμων με αναπηρία.

Τέλος προτείνουν την ένταξη στο γενικότερο πλαίσιο της συζήτησης περί δημοσιογραφικής δεοντολογίας κύκλο μαθημάτων που να αφορά στην εκπαίδευση των επαγγελματιών της επικοινωνίας στη σωστή διαχείριση και παρουσίαση θεμάτων που αφορούν τα άτομα με αναπηρία.

Ευχαριστούμε πολύ.

 
ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ: Ευχαριστώ την κα Μπέττυ Τσακαρέστου και την κα Λήδα Τσενέ γι αυτή την παρουσίαση. Ένα πράγμα έχω να πω, μας πήραν χαμπάρι. Τα ζητήματα αυτά τα οποία αποκαλύπτονται στην έρευνα νομίζω ότι έχουν να κάνουν με όλες τις παθογένειες των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης στην Ελλάδα σε οποιοδήποτε ζήτημα. Δηλαδή αυτός ο συναισθηματικός τόνος ποιος θυμάται πως καλύψαμε τη Βαγδάτη ας πούμε, σε όλα τα ζητήματα.

Θα δεχτούμε πολύ λίγες ερωτήσεις γιατί η ώρα είναι περασμένη, η κα Παναγιωταρέα έτσι και αλλιώς πρέπει να φύγει γιατί θα βγει στο δελτίο ειδήσεων και εγώ 8.30 η ώρα πρέπει να είμαι στον «ΙΑΝΟ» για μια παρουσίαση βιβλίου.

 
Φ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ: Φώτης Λυμπερόπουλος λέγομαι. Μπορεί να αφορά και την κα Παναγιωταρέα, η ερώτησή μου είναι απλά ποιος είναι ο λόγος που δεν υπάρχει καταμέτρηση της τηλεθέασης των ΑΜΕΑ.

 
Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΡΕΑ: Είναι ο αντίστοιχος λόγος που δεν υπάρχει καταμέτρηση σε άλλες ομάδες, δεν υπάρχει καταμέτρηση, τι βλέπουν οι ξένοι, αν οι οικονομικοί μετανάστες βλέπουν τηλεόραση. Δεν μετριέται η ακροαματικότητα στο ραδιόφωνο, διότι δεν τους ενδιαφέρουν αυτού του είδους τα κοινά γι αυτό. Το βάζουν σε ένα γενικό πλαίσιο ενώ ουσιαστικά υπάρχει μια τεράστια αγορά όπως σας εξήγησα ενός εκατομμυρίου ατόμων που απλώς δεν έχουν ανακαλύψει ακόμη. Κάποιος θα το ανακαλύψει και θα το εμπορευματοποιήσουν και αυτό, δεν θα τη γλιτώσουμε.  

 

ΧΡ. ΑΛΕΞΙΟΥ: Είναι πάρα πολύ ωραία αυτή η έρευνα που έχετε κάνει και θα ήθελα να σταθώ σε ένα θέμα που ανέφεραν οι φοιτητές και μπορεί να έχουν δίκιο για το Πάντειο αλλά όχι αλλού. Τα ΑΜΕΑ έχουν ίσες ευκαιρίες στον τομέα της εκπαίδευσης και του αθλητισμού όχι όμως στην εργασία. Και αυτό έρχεται και επίσης σε αυτό που έχει αναφέρει ο κ. Ποταμιάνος που αφορά την εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρία στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Είχαμε μια ημερίδα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών εδώ και δύο χρόνια ακριβώς γι αυτά τα θέματα και εγώ ήμουν εκεί ως εκπρόσωπος του αναπηρικού κινήματος. Πέρα από τα προβλήματα που υπάρχουν στα Πανεπιστήμια σε ότι αφορά το ποια μέσα έχουν οι φοιτητές ή ποιά προβλήματα αντιμετωπίζουν και πόσο τα Πανεπιστήμια βοηθούν γι αυτό, υπάρχει ένα πολύ θεμελιακό πρόβλημα πριν από αυτό.

Για να φτάσει κανείς στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, πρέπει να έχει περάσει από τη δευτεροβάθμια και για να περάσει από τη δευτεροβάθμια πρέπει να έχει περάσει από την πρωτοβάθμια. Πρέπει να σας πω και ήμουν για μερικά χρόνια ειδικός γραμματέας ειδικής αγωγής στο Υπουργείο Παιδείας και ξέρω καλά τι συμβαίνει, ακόμη και σήμερα μόνο το 8% με 9% των ατόμων με αναπηρία, από το 10% του μαθητικού πληθυσμού που πρέπει να έχει εκπαίδευση, μόνο αυτό το ποσοστό είναι στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση κυρίως.

Στη δευτεροβάθμια είναι ελάχιστα τα άτομα που φτάνουν. Όταν στα άτομα με αναπηρία δεν τους παρέχεται πρωτοβάθμια εκπαίδευση και δεν τους παρέχεται και δευτεροβάθμια...

 
ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ: Δεν θέλω να σας διακόψω απλώς το ζήτημα αφορά τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Το ζήτημα της παιδείας είναι τεράστιο, το καταλαβαίνω.

 
ΧΡ. ΑΛΕΞΙΟΥ: Σύμφωνοι αλλά αυτή η ευκαιρία που μου δίνεται εδώ για να πω το πρόβλημα και το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει δυνατότητα να φτάσουν τα άτομα με αναπηρία στην τριτοβάθμια εκπαίδευση γιατί δεν τους παρέχεται από την ελληνική Πολιτεία εκπαίδευση στην πρωτοβάθμια και κυρίως στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι και τον περασμένο χρόνο και αυτόν από το Υπουργείο Παιδείας δεν υπήρχε εδώ μια πολιτική εκπροσώπηση γι αυτό. 

Ευχαριστώ.

 
ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ: Μια ερώτηση ακόμα αν υπάρχει. Σας ευχαριστώ. Αύριο το πρωί πάλι. Γεια σας.