Προτάσεις που έχουν υποβληθεί στο δημόσιο διάλογο
Επιστημονικοί - δόκιμοι - αδόκιμοι όροι και σχόλια - παρατηρήσεις
| Επιστημονικός όρος | Προτεινόμενος δόκιμος όρος | Αδόκιμος όρος | Σχόλια και παρατηρήσεις | Όνομα ή επωνυμία Φορέα |
|---|---|---|---|---|
| αναπηρία | ασθένεια, αρρώστια, πρόβλημα | |||
| άτομα με αναπηρία | οι ανάπηροι, ανάπηρα άτομα, άτομα με ειδικές ανάγκες, άτομα με ειδικές ικανότητες | |||
| άτομα με αναπηρία | άτομα με αναπηρίες (χρήση πληθυντικού μόνο όταν το άτομο έχει πολλαπλές αναπηρίες) | |||
| άτομα με εγκεφαλική παράλυση | σπαστικοί, σπαστικά άτομα | |||
| άτομα με μειωμένη όραση ή τύφλωση | οι τυφλοί | |||
| άτομα με πρόβλημα όρασης ή τύφλωση | αόμματοι, στραβοί | |||
| άτομα με κινητική αναπηρία | οι σωματικά ανάπηροι, οι παραπληγικοί | |||
| άτομα με κινητικό περιορισμό | σακάτης, σακατεμένος, τραυματισμένος κινητικά ανάπηροι | |||
| άτομα με τετραπληγία | οι τετραπληγικοί | |||
| άτομα με επιληψία | επιληπτικός / επιληπτικοί | |||
| άτομα με νοητική στέρηση | καθυστερημένος / καθυστηρημένοι | |||
| αθλητές χωρίς αναπηρία | κανονικοί αθλητές | |||
| με ...(αναπηρία) | πάσχει από ... (αναπηρία) | |||
| ο τάδε, είναι άτομο με ... (ακολουθεί η συγκεκριμένη αναπηρία) | πάσχει από ... υποφέρει από ... | |||
| περιγράφοντας την αναπηρία π.χ. άτομο με ακρωτηριασμό | παραμορφωμένος, ελλειματικός, κουτσός | |||
| χρησιμοποιεί αμαξίδιο / με αμαξίδιο | είναι καθηλωμένος σε αναπηρική καρέκλα | |||
| Πολίτης/Πολίτες με Αναπηρία | Οι όροι μπορούν να χρησιμοποιούνται εναλλακτικά προς τους "Άτομο/Άτομα με Αναπηρία" κυρίως σε αναφορές που σχετίζονται με την κοινωνική διάσταση της Αναπηρίας και της Διαφορετικότητας. | Ανδρέας Δημητρόπουλος | ||
| Τυφλότητα/Κωφότητα | Αντί των "Τύφλωση" και "Κώφωση" που σημαίνουν τη διαδικασία προς την απώλεια της όρασης ή της ακοής αντιστοίχως και όχι την κατάσταση της απώλειας των αισθήσεων αυτών. | Ανδρέας Δημητρόπουλος | ||
| Κωφάλαλος | Όρος από το παρελθόν. Βασίζεται στη ρατσιστική αντίληψη ότι η λαλιά ταυτίζεται με τη φωνητική απόδοση του λόγου, όπως τη γνωρίζουμε στον κόσμο των ομιλούντων. Λαλιά είναι κάθε τρόπος που επιλέγει ο άνθρωπος για να επικοινωνήσει. Έτσι, ένας άνθρωπος με κωφότητα μπορεί να είναι λαλίστατος (χρησιμοποιώντας την κινηματική γλώσσα). | Ανδρέας Δημητρόπουλος | ||
| Ανηκοΐα | Η απώλεια της αίσθησης της ακοής. Αντί των "κώφωση", "κωφότητα", όρων που συγγενεύουν με τον κηφήνα! | Ανδρέας Δημητρόπουλος | ||
| Κινηματική γλώσσα | Αντί του "νοηματική γλώσσα" (κάθε γλώσσα είναι νοηματική). Βλ. σχ. Χ. Παπασπύρου, (2003) Διαδρομές σε Γλωσσικούς Ρυθμούς. Αθήνα: Ατραπός, σσ. 25-38. | Ανδρέας Δημητρόπουλος | ||
| Νοητική υστέρηση | Η νοητική υστέρηση δηλώνει μειονεξία, ανεπάρκεια (ως προς τι;). Αντ' αυτού προτείνεται η "νοητική καθυστέρηση" που αναφέρεται στην ιδιαιτερότητα της ανάπτυξης των νοητικών λειτουργιών των ατόμων αυτών. | Ανδρέας Δημητρόπουλος | ||
| Άτομο με Αναπηρίες | Γιατί "αναπηρίες" Η αναπηρία είναι μία. Είναι το σύνολο των εμποδίων που ορθώνονται στη συμμετοχή του ατόμου σε κάθε κοινωνική εκδήλωση. Άρα, "άτομο με αναπηρία". | Ανδρέας Δημητρόπουλος | ||
| paraplhgia ktl | Atoma me kinitiki anapiria | I idieterotita tis anapirias stin opia ipagonte poles morfes poy dimioyrgoyn kinitika problimata (parapligia, tetrapligia, paraparesi, spastiki paraparesi, egkefaliki paralisi, sklirinsi kata plakas ktl) epibaloyn ton oro kininiki anapiria,ine kino gnorisma. | Skonis Nikolaos |

